Ιστορία της Εκκλησίας της Κύπρου

45 Μ.Χ

Στις πράξεις των Αποστόλων μαθαίνουμε ότι οι Κύπριοι είναι από τους πρώτους που ασπάστηκαν την νέα θρησκεία, τον χριστιανισμό.

Το 45 μ.Χ. ο Παύλος, ο Βαρνάβας και ο Μάρκος δίδαξαν το Χριστιανισμό και στην Κύπρο. Αποβιβάσθηκαν στη Σαλαμίνα και διέσχισαν τη νήσο μέχρι την Πάφο, κηρύττοντας τα μηνύματα του Χριστιανισμού. Στην Πάφο έγινε Χριστιανός ο πρώτος επίσημος Ρωμαίος, ο Ανθύπατος Σέργιος Παύλος. Το 50 μ.Χ. ο Βαρνάβας επέστρεψε στην Κύπρο με τον ανεψιό του Μάρκο και έχοντας ως έδρα του τη Σαλαμίνα παρακολουθούσε την εξάπλωση του Χριστιανισμού σ' όλες σχεδόν τις πόλεις και τις κοινότητες της Κύπρου. Ο Βαρνάβας, ο οποίος θεωρείται και ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, λιθοβολήθηκε από τούς Εβραίους και πέθανε το 57 μ.Χ. ολίγο έξω από τη Σαλαμίνα, όπου σώζεται ο τάφος του. Έτσι έγινε ένας από τούς πρώτους μάρτυρες του Χριστιανισμού.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής των Αποστόλων Παύλου, Βαρνάβα και Μάρκου στην Κύπρο χειροτονήθηκαν ο φίλος του Χριστού Λάζαρος, ο οποίος μετά το διωγμό που κήρυξαν οι Ιουδαίοι κατά των Χριστιανών ήλθε στην Κύπρο ως Επίσκοπος Κιτίου, και ο Ηρακλείδιος ως Επίσκοπος Ταμασού. Αυτοί και οι Επίσκοποι Νεαπόλεως Τυχικός, Κουρίου Φιλάγριος και Φιλωνίδης, Ταμασού Μνάσων και Ρόδων, Σόλων Αυξίβιος και Κυρηνείας Θεόδοτος, καθώς και οι Τίμων, Αρίστων, Αριστοκλειανός, Επαφράς και Νικάνωρ συνέβαλαν στη διάδοση και εδραίωση του Χριστιανισμού στην Κύπρο. Μερικοί από αυτούς, όπως και οι Αθανάσιος, Δημητριανός, Δίδυμος, Διομήδης, Κόνων, Λούκιος, Νεμέσιος, Ποτάμιος και άλλοι πολλοί, ομολόγησαν το Χριστό θαρραλέα κατά τη διάρκεια των διωγμών και υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο.

4ος αιώνας Μ.Χ

Η επικράτηση του Χριστιανισμού στην Κύπρο και το αυτοκέφαλο της Κυπριακής Εκκλησίας

Περί το τέλος του 4ου αιώνα η επικράτηση του Χριστιανισμού σ' όλη τη Κύπρο ήταν πια οριστική. Επιφανής Αρχιεπίσκοπος της περιόδου αυτής με έδρα τη Σαλαμίνα, πού μετονομάστηκε σε Κωνσταντία, ήταν ο Άγιος Επιφάνιος που διακρινόταν για την ευρυμάθεια του, τη βαθύτητα της σκέψεώς του και τον ορθόδοξο ζήλο του.

Η Εκκλησία της Κύπρου είναι μία από τις αρχαιότερες αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Όταν ο Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας, στο θέμα της οποίας πολιτικά υπαγόταν η Κύπρος, επεδίωξε να καταργήσει το αυτοκέφαλό της, οι Κύπριοι Αρχιερείς κατήγγειλαν την επέμβαση στην Γ' Οικουμενική Σύνοδο, πού συνήλθε το 431 μ.Χ. στην Έφεσο. Η Οικουμενική αυτή Σύνοδος κατοχύρωσε το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου με τον 8ο κανόνα της.

Το 478 μ.Χ. ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Ανθέμιος κατόπιν οράματος βρήκε τον τάφο και το λείψανο του Αποστόλου Βαρνάβα, στο στήθος του οποίου υπήρχε αντίγραφο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Το Ευαγγέλιο τούτο πρόσφερε ο Αρχιεπίσκοπος Ανθέμιος στον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ζήνωνα, ο οποίος και παραχώρησε τα γνωστά τρία αυτοκρατορικά προνόμια στον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο Κύπρου: Να υπογράφει με κιννάβαρι (κόκκινο μελάνι), να φέρει κατά τις ιεροτελεστίες πορφυρούν μανδύα και να κρατεί αντί της επισκοπικής πατερίτσας αυτοκρατορικό σκήπτρο.

7ο, 8ο και 9ο αιώνας Μ.Χ

Οι δοκιμασίες της Κυπριακής Εκκλησίας και των Κυπρίων από τις επιδρομές των Αράβων. Η μεταφορά της έδρας της Αρχιεπισκοπής της Κύπρου

Κατά τις αραβικές επιδρομές (7ο, 8ο και 9ο αιώνα) η Εκκλησία Κύπρου υπέστη πολλές δοκιμασίες. Η Κωνσταντία, το Κούριο και η Πάφος μετατράπηκαν σε ερείπια. Για το λόγο αυτό και για άλλα κακά, πού έπληξαν την Κύπρο, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, για να σώσει το ποίμνιό του από τη σφαγή και την ερήμωση, κατόπιν συμβουλής και βοήθειας του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού Β' του Ρινότμητου, μετέφερε όσους διασώθηκαν στην περιοχή της Κυζίκου, κοντά στον Ελλήσποντο. Η περιοχή αυτή ονομάσθηκε Νέα Ιουστινιανή, από το όνομα του Αυτοκράτορα.

Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος το 691 μ.Χ. αναγνώρισε με τον 39ο κανόνα της τη νέα αυτή έδρα του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, ως και τα δίκαια και τα προνόμια, που εκάστοτε απολάμ6ανε η Εκκλησία Κύπρου. Μετά την εκδίωξη των Αράβων και αφού σταμάτησαν οι αραβικές επιδρομές, ο Aρχιεπίσκοπος επανήλθε μαζί με το ποίμνιό του στην Κύπρο το 698 μ.Χ., Φέροντας έκτοτε τον τίτλο «Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου».

698 Μ.Χ

Επιστροφή των Κυπρίων και της Αρχιεπισκοπής στην Κύπρο. Εποχή αναγέννησης της Κύπρου και της Κυπριακής Εκκλησίας

Κατά την εποχή αυτή παρατηρείται μία αναγέννηση και άνθιση της Εκκλησίας Κύπρου σ' όλους τους τομείς: Ανοικοδόμηση των πόλεων, των κοινοτήτων και των ναών πού καταστράφησαν, επανεδραίωση του Χριστιανισμού και ανάπτυξη του μοναχικού βίου.

1192 Μ.Χ έως 1571 Μ.Χ

Φραγκοκρατία, νέες δοκιμασίες για την Κυπριακή Εκκλησία

Την άνθιση αυτή της Εκκλησίας της Κύπρου ήλθε να ανακόψει η κατάληψη της νήσου από τούς Φράγκους, από το 1192 μέχρι το 1571. Ο Αρχιεπίσκοπος και οι Επίσκοποι εκδιώχθηκαν από τις επισκοπικές έδρες τoυς, τις οποίες κατέλαβε η Λατινική Ιεραρχία. Έτσι για μια αρκετά μεγάλη περίοδο η Oρθόδοξη Εκκλησία Κύπρου μπορεί κανείς να πει πώς έμμεσα έχασε την ανεξαρτησία της, γιατί οι Λατίνοι κατακτητές επενέβαιναν στις εκλογές των Επισκόπων και σ' αυτές ακόμη τις εκλογές των Ηγουμένων των Ορθοδόξων Μονών. Οι μέχρι τότε 14 Oρθόδοξες Επισκοπές της Κύπρου περιορίστηκαν σε 4, όσες δηλαδή ήταν και οι Pωμαιοκαθολικές Eπισκοπές.

Τούτο δεν έγινε χωρίς τη μαχητική αντίδραση τόσο του ορθόδοξου κλήρου, όσο και του λαού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου αντιμετώπιζε για μία ακόμη φορά διωγμούς, όχι πια από αλλοθρήσκους, αλλά από ετεροδόξους. Χαρακτηριστικό είναι το μαρτύριο των 13 ορθόδοξων μοναχών της Μονής Καντάρας το 1231, πού προκάλεσε ζωηρή συγκίνηση όχι μόνο μεταξύ των Κυπρίων, αλλά και μεταξύ των άλλων Oρθοδόξων Χριστιανών.

Οι διωγμοί, οι πιέσεις, η αρπαγή των περιουσιών των ορθοδόξων, ως και των Μονών, και τα τόσα αλλά μέσα που χρησιμοποίησαν οι εκπρόσωποι της Λατινικής Εκκλησίας, δεν μπόρεσαν να ξεριζώσουν την ορθόδοξη πίστη και παράδοση από τις ψυχές των Ορθοδόξων Ελλήνων Κυπρίων. Γι' αυτό ευθύς, μόλις οι Φράγκοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Κύπρο, η Ορθόδοξη Εκκλησία έγινε και πάλι η κυρίαρχη Εκκλησία από τη μία ως την άλλη άκρη της νήσου μας.

Τουρκοκρατία

Αλλά τούς Φράγκους διαδέχτηκαν οι αλλόθρησκοι Τούρκοι. Αυτοί στην αρχή και για να εξουδετερώσουν τα υπολείμματα των Φράγκων, που βρίσκονταν στην Κύπρο, αλλά και για να επιτύχουν μία ειρηνική κατοχή της νήσου, επανέδωσαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου όλα τα προνόμια, πού είχε προηγουμένως, τις Επισκοπές, τα Μοναστήρια και αρκετή από την περιουσία, που άρπαξαν οι εκπρόσωποι της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αναγνωρίζοντας μάλιστα και τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο όχι μόνο ως αρχηγό της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου, αλλά και ως εθνικό αρχηγό των Κυπρίων. Ο κυπριακός λαός με την τουρκική κατοχή απαλλάχτηκε μεν από τη θρησκευτική καταπίεση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αλλά οδηγήθηκε σε μια σκληρότερη δουλεία. Ζούσε σε μια συνεχή ανασφάλεια. Η ζωή του και η περιουσία του βρίσκονταν στη διάθεση και στον ετσιθελισμό του Τούρκου κατακτητή. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αρκετοί, για να σώσουν τη ζωή τους, αναγκάσθηκαν να εξισλαμισθούν και πολλοί να εκπατρισθούν.

Η Εκκλησία ως στοργική μητέρα παρηγορούσε, υποβάσταζε, ενίσχυε και συγκρατούσε το δούλο Κυπριακό Ελληνισμό. Οι ναοί δεν ήταν μόνο κέντρα λατρευτικά, αλλά γίνονταν και σχολεία και εστίες εθνικού φρονηματισμού και εμψύχωσης. Οι εκάστοτε Αρχιεπίσκοποι και Μητροπολίτες, «εξαγοραζόμενοι τον καιρόν», κατόρθωναν με μία συνετή πολιτική απέναντι στους αιμοσταγείς και αδίστακτους τυράννους να εξασφαλίσουν την επιβίωση του ελληνικού χριστιανικού πληθυσμού της νήσου.

Οι κατακτητές, έξυπνα φερόμενοι, εκμεταλλεύονταν την προσπάθεια αυτή των Ηγετών της Εκκλησίας, γι' αυτό και για δική τους διευκόλυνση, μαζί με την αναγνώριση τούτων ως εθνικών ηγετών του λαού, τους καθιστούσαν υπεύθυνους, και για την είσπραξη των φόρων και για την ομαλότητα στη νήσο. Ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος, που αναγνωρίσθηκε επίσημα και από την Υψηλή Πύλη ως εθνικός ηγέτης του λαού της νήσου, ήταν ο Νικηφόρος, το 1660 μ.Χ. Αλλά και οι Αρχιεπίσκοποι και οι Επίσκοποι βρίσκονταν σε οποιαδήποτε στιγμή στη διάθεση των Τούρκων κατακτητών. Με φιρμάνια της Πύλης, απομακρύνονταν από τους θρόνους τους, πολλές φορές εξορίζονταν η και θανατώνονταν έμμεσα και άμεσα και αντικαθίσταντο από άλλους. Παράλληλα όμως και η Ιεραρχία της νήσου δε σταματούσε να μελετά τρόπους και να ενεργεί μυστικά για την απελευθέρωση του ποιμνίου της από τους Τούρκους.

Έτσι οι Αρχιεπίσκοποι Τιμόθεος, Βενιαμίν, Χριστόδουλος Α' και Νικηφόρος προσήλθαν σε διαπραγματεύσεις με τούς βασιλείς της Ισπανίας και τούς δούκες της Σαβοΐας για την απαλλαγή της νήσου από την τουρκική κυριαρχία. Πάντοτε δε όλοι οι Αρχιεπίσκοποι και γενικά οι Ιεράρχες της νήσου έκαμναν ο, τι μπορούσαν για την ελάττωση των φόρων, τη διάσωση του ποιμνίου τους από τις ραδιουργίες και τις συκοφαντίες των Τούρκων και από τα άλλα κακά, που οι Τούρκοι κατακτητές προέβαιναν σε βάρος του κυπριακού λαού. Ο μαρτυρικός θάνατος του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού, των Μητροπολιτών Πάφου Χρυσάνθου, Κιτίου Μελετίου και Κυρηνείας Λαυρεντίου, του Ηγουμένου Κύκκου Ιωσήφ και άλλων προκρίτων, κληρικών και λαϊκών, υπήρξε η αποκορύφωση των φοβερών δεινών, που υπέφερε η Εκκλησία και όλος ο Κυπριακός Ελληνισμός κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

1878 Μ.Χ Αγγλική Κατοχή

Η Τουρκοκρατία τερματίσθηκε το 1878 με την ενοικίαση της Κύπρου στους Άγγλους. Η είδηση για μεταβίβαση της εξουσίας σε μία χριστιανική δύναμη έγινε δεκτή με πολλή χαρά από την Εκκλησία Κύπρου και το πλήρωμά της, γιατί την είδαν όλοι όχι μόνο ως απαλλαγή από τον τουρκικό ζυγό, αλλά και ως απαρχή της πλήρους απελευθέρωσης. Τα πράγματα, όμως, δε δικαίωσαν αυτές τις ελπίδες. Βέβαια κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας αποκαταστάθηκε κάπως ο νόμος και η τάξη και ο λαός αισθανόταν κάποια ασφάλεια. Ήταν πιο ελεύθερη η ίδρυση σχολείων και η ανάπτυξη δραστηριότητας σ' όλους τους τομείς της ζωής. Παρά ταύτα και οι νέοι κατακτητές επενέβαιναν πολλές φορές με περιοριστικούς νόμους τόσο στη διοίκηση της Εκκλησίας, όσο και στην παιδεία και στους άλλους τομείς της εθνικής, οικονομικής και πολιτιστικής δραστηριότητας του λαού.

Το 1914 η αγγλική κυβέρνηση προσάρτησε την Κύπρο και το Μάρτιο του 1925 την κήρυξε σε αποικία. Ο ελληνικός πληθυσμός της Κύπρου αντιλήφθηκε ότι οι Άγγλοι προσπαθούσαν να εδραιώσουν και να μονιμοποιήσουν την κυριαρχία τους πάνω στη νήσο. Γι' αυτό άρχισε να συστηματοποιεί με επικεφαλής την Εκκλησία τον αγώνα για απελευθέρωση της νήσου. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια εντάσσεται η λαϊκή εξέγερση του 1931, που οι ΄Αγγλοι κατακτητές κατέστειλαν κατά τρόπο ωμό. Δύο Μητροπολίτες, ο Κιτίου Νικόδημος και ο Κυρηνείας Μακάριος, εξορίστηκαν, όπως και άλλοι πρόκριτοι της νήσου, του δε Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Γ΄ και του Μητροπολίτη Πάφου Λεοντίου περιορίσθηκαν με ειδικούς νόμους οι κινήσεις και οι ενέργειες. Το 1933 ο Αρχιεπίσκοπος πέθανε και έτσι η Εκκλησία Kύπρου έμεινε χωρίς Αρχιεπίσκοπο και με ένα μόνο Ιεράρχη, το Μητροπολίτη Πάφου Λεόντιο, μέχρι το 1946, οπότε ήρθησαν οι περιορισμοί στην εκλογή Αρχιεπισκόπου και Μητροπολιτών, που επέβαλε η αγγλική διοίκηση, και επιτράπηκε η επάνοδος από την εξορία του Μητροπολίτη Κυρηνείας Μακαρίου. Ο Μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος πέθανε στην εξορία το 1937.

Μετά την άρση των περιορισμών καταρτίσθηκε Εκλογική Σύνοδος από τούς υπάρχοντες δύο Ιεράρχες, Πάφου και Κυρηνείας, και το Μητροπολίτη Δέρκων Ιωακείμ του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία, με βάση τις πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας Κύπρου, προέβη στην πλήρωση του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου με την εκλογή ως Αρχιεπισκόπου του Μητροπολίτη Πάφου Λεοντίου, ο οποίος 37 μέρες μετά την εκλογή του πέθανε. Δύο άλλοι Μητροπολίτες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Περγάμου Αδαμάντιος και ο Σάρδεων Μάξιμος, ύστερα από πρόσκληση της Εκκλησίας Κύπρου, ήλθαν στη νήσο προς καταρτισμό νέας Εκλογικής Συνόδου, η οποία προκήρυξε εκλογές για την ανάδειξη νέου Αρχιεπισκόπου και Μητροπολιτών για τούς κενούς θρόνους. Εκλέγηκαν Αρχιεπίσκοπος ο από Κυρηνείας Μακάριος ο Β' και Μητροπολίτες οι Πάφου Κλεόπας, Κιτίου Μακάριος και Κυρηνείας Κυπριανός. Το 1950 πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β' και εκλέγηκε Αρχιεπίσκοπος ο από Κιτίου Μακάριος ο Γ'.

Μετά την εκλογή των μελών της Ιεράς Συνόδου, η Εκκλησία Κύπρου ρίχτηκε στη μάχη για την ανασυγκρότηση της, επιτυγχάνοντας την αναδιοργάνωση όλων των τομέων: θρησκευτικού, κοινωνικού, εκπαιδευτικού, πολιτιστικού, εθνικού. Το 1949 ιδρύεται η Ιερατική Σχολή «Απόστολος Βαρνάβας» για τη μόρφωση του κλήρου, διοργανώνονται Σεμινάρια, Κατηχητικά Σχολεία και Χριστιανικές Κινήσεις, ιδρύονται Θρησκευτικοί Σύλλογοι και καταρτίζεται από επιφανείς εκπρόσωπους του κυπριακού λαού το Εθναρχικό Συμβούλιο. Το 1950 το Γραφείο Εθναρχίας, του οποίου προήδρευε ο τότε Μητροπολίτης Κιτίου και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ', προκήρυξε δημοψήφισμα για το μέλλον του Κυπριακού λαού, ο οποίος στο σύνολό του τάχθηκε υπέρ της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα.

Ο Μακάριος Γ' έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στην πνευματική ανύψωση του κλήρου και του λαού και στη βελτίωση της μισθοδοσίας του κλήρου, μερίμνησε για τη δημιουργία φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, ανύψωσε το εθνικό φρόνημα και οργάνωσε συστηματικά τον εθνικό αγώνα τόσο σε διεθνή κλίμακα, όσο και στο εσωτερικό για απελευθέρωση της νήσου. Αποτέλεσμα αυτής της δράσης του Μακαρίου Γ' ήταν και ο κατά της αγγλικής κατοχής απελευθερωτικός αγώνας του 1955-59 κάτω από την πολιτική καθοδήγηση του ιδίου και τη στρατιωτική ηγεσία του Γεωργίου Γρίβα- Διγενή.

1960 Μ.Χ Ελεύθερη Ανεξάρτητη Κύπρος

Μετά την ανεξαρτησία, ύστερα από την επίμονη απαίτηση και την ψήφο του λαού, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ' ανέλαβε και την προεδρία της Δημοκρατίας της Κύπρου (1960). Με τη δραστηριότητά του, την αγάπη του προς το λαό του και την ευρύτητα της σκέψης του εμφύσησε μοναδική δημιουργική πνοή σ' όλους τούς τομείς, ώστε η Κύπρος σε σύντομο χρονικό διάστημα παρά τη μικρότητά της πέτυχε να πάρει αξιόλογη θέση ανάμεσα στα προηγμένα κράτη του κόσμου.

Κατά την αρχιεπισκοπία του Μακαρίου Γ', κατόπιν απομάκρυνσης από τούς θρόνους τους των Μητροπολιτών Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας, λόγω παρασυναγωγής εναντίον του Πρώτου, σχηματίστηκαν δύο νέες Mητροπόλεις: η Μητρόπολη Λεμεσού, η οποία αποσπάστηκε από τη Μητρόπολη Κιτίου, και η Μητρόπολη Μόρφου, η οποία αποσπάστηκε από τη Μητρόπολη Κυρηνείας.

Δυστυχώς, όμως, η εκκλησιαστική κρίση του 1972-73, το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, που σχεδιάστηκε και ενθαρρύνθηκε από εξωγενείς παράγοντες και που εξανάγκασε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ' να εγκαταλείψει την Κύπρο για σύντομο χρονικό διάστημα, ως και η βάρβαρη τουρκική εισβολή, πού ακολούθησε, ανέκοψαν την προς τα πρόσω πορεία της νήσου μας. Το 37% του εδάφους της αρπάγησαν από τον εισβολέα και το ένα τρίτο τoυ πληθυσμού αναγκάστηκε να ξεριζωθεί από τις πατρογονικές του εστίες. Ο Μακάριος επέστρεψε στην Κύπρο το Δεκέμβριο του 1974, για να μοιραστεί με το λαό του τον πόνο, την αγωνία και τον αγώνα. Η επιστροφή του ενέπνευσε στο λαό την πίστη στη δικαίωσή του και τον ενθάρρυνε να ριχτεί και πάλι στον αγώνα για την ανασυγκρότηση και. αναστήλωση των ερειπίων και την απελευθέρωση της σκλαβωμένης γης του. Το μοίρασμα, όμως, της νήσου, για την πρόοδο και την ελευθερία της οποίας τόσο μόχθησε ο Μακάριος, ο πόνος και η αγωνία του λαού του, η αναπόληση των σκλαβωμένων εδαφών, η βεβήλωση των ιερών και των οσίων και η αδιαφορία, αν όχι και η συνωμοσία, των ξένων, δεν άφησαν ανεπηρέαστο το Μακάριο. Τέλος, επανειλημμένες καρδιακές προσβολές τον οδήγησαν στον τάφο στις 3 Αυγούστου 1977.

Σε διαδοχή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ εκλέγηκε ο ως Αρχιεπίσκοπος, ο από Πάφου Χρυσόστομος ο Α'. Κατά την αρχιεπισκοπεία του Χρυσοστόμου, μεταξύ των άλλων, συντάχθηκε καί εγκρίθηκε, το 1979, ο νέος Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας Κύπρου, ο οποίος αντικατέστησε εκείνον του 1914. Από το 2006 η Κυπριακή εκκλησία έχει νέο Αρχιεπίσκοπο τον Χρυσόστομο Β'

Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Πάφου

ΚΥΠΡΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ